Το έδρανο που άλλαξε ιδιοκτήτη

Δημοσιεύθυηκε στο ΒΗΜΑ 26/8/2026
Θυμάμαι ακόμα το χέρι μου να διπλώνει το ψηφοδέλτιο, σαν να έκλεινε ένα γράμμα σε φάκελο που θα ταξίδευε μακριά. Υπήρχε κάτι σχεδόν ιερό σε εκείνη την κίνηση. H αίσθηση ότι, για λίγα δευτερόλεπτα, η φωνή μου γινόταν σώμα, έπαιρνε όνομα, έμπαινε σε μια αίθουσα όπου θα αποφασιζόταν κάτι για μένα.
Σήμερα, βλέποντας πόσοι βουλευτές αλλάζουν έδρανο, τόσο εύκολα, και με σχεδόν διθυραμβική δημοσιότητα για τον επίτευγμα αυτό, αναρωτιέμαι τι απέγινε εκείνος ο φάκελος. Πού πήγε η υπόσχεση που νόμιζα ότι σφράγιζα;
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι σήμερα, μέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο, υπάρχει ένα αόρατο κόμμα δίχως σημαία, δίχως έδρα, δίχως ιδρυτικό συνέδριο.
Το απαρτίζουν βουλευτές που κάποτε εκλέχτηκαν κάτω από ένα συγκεκριμένο σύμβολο, μια συγκεκριμένη υπόσχεση, και σήμερα κάθονται μόνοι, ή σχεδόν μόνοι, αναζητώντας τον επόμενο σταθμό. Δεν ξέρω καν τον αριθμό αυτών αλλά είναι ένας αριθμός που, αν μεταφραζόταν σε ποσοστό, θα πλησίαζε το ένα πέμπτο της Βουλής. Ένα κόμμα- φάντασμα, μεγαλύτερο από πολλά υπαρκτά κόμματα, χτισμένο όχι πάνω σε ιδέες αλλά πάνω σε αναχωρήσεις.
Και το ερώτημα με πιάνει κάθε φορά στο στομάχι, όχι μόνο στο μυαλό: τίμησαν αυτοί οι άνθρωποι τη λέξη που έδωσαν την ημέρα της εκλογής τους, ή απλώς περιμένουν το επόμενο σκάφος, εκείνο που δεν θα βουλιάξει μαζί με το πρώτο… Οι Ιταλοί, εδώ και πάνω από εκατό χρόνια, έχουν βαφτίσει αυτό το φαινόμενο trasformismo, την τέχνη να αλλάζεις στρατόπεδο όχι επειδή άλλαξε η πίστη σου, αλλά επειδή άλλαξε ο υπολογισμός σου. Δεν είναι η ιδέα που μετακομίζει.
Είναι το σώμα. Και κάπου ανάμεσα στην ιδέα που μένει πίσω και στο σώμα που φεύγει, χάνεται κάτι που δεν ξαναχτίζεται εύκολα: η λέξη τιμή. Το εγώ που δεν αντέχει τη σιωπή
Δεν πιστεύω ότι όλοι όσοι αλλάζουν παράταξη το κάνουν από κακία. Πιστεύω, όμως, ότι κάτω από πολλές τέτοιες αποφάσεις κρύβεται ένας φόβος πολύ πιο ανθρώπινος και πολύ πιο σκοτεινός απ' όσο θέλουμε να παραδεχτούμε: ο φόβος της αφάνειας. Οι ψυχαναλυτές Heinz Kohout και Donald Winnicoi έγραψαν, πριν δεκαετίες, για ανθρώπους που μεγάλωσαν χωρίς σταθερό καθρέφτη γύρω τους, χωρίς κάποιον να τους επιβεβαιώνει με συνέπεια ότι υπάρχουν, ότι μετράνε.
Αυτοί οι άνθρωποι μαθαίνουν, από πολύ νωρίς, έναν άγραφο κανόνα: αν λάμψω αρκετά, θα με δουν. Αν σβήσω, θα εξαφανιστώ. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πόσο βαθιά ριζώνει αυτός ο κανόνας σε ανθρώπους που έχουν επιλέξει μια ζωή μέσα στο φως των προβολέων. Γιατί τι είναι, τελικά, η επανεκλογή, αν όχι μια απόδειξη ότι κάποιος ακόμα σε βλέπει;
Και τι είναι η απώλεια μιας έδρας, αν όχι μια μικρή γεύση θανάτου. Η σιωπή που φοβάται περισσότερο απ' όλα ο άνθρωπος που έμαθε να υπάρχει μόνο μέσα από το βλέμμα των άλλων; Δεν είναι, νομίζω, τυχαίο ότι πρόσφατη επιστημονική έρευνα σε στελέχη πολιτικού κόμματος, εκτός Ελλάδος, ξεχώρισε δύο εντελώς διαφορετικά είδη ανθρώπων: εκείνους που αγαπούν πραγματικά την παράταξή τους, και μένουν, ό,τι κι αν συμβεί κι εκείνους που αγαπούν, βαθιά μέσα τους, μόνο τον εαυτό τους μέσα από την παράταξη.
Αυτοί, όπως έδειξε η έρευνα, είναι πουαλλάζουν πλευρό πιο εύκολα, που κρύβονται πιο εύκολα πίσω από μισές αλήθειες. Η αφοσίωση και η ματαιοδοξία, φοράνε συχνά το ίδιο κοστούμι. Μόνο ο χρόνος τις ξεχωρίζει.
Όταν η διαφωνία γίνεται ρήξη
Υπάρχει κι ένα δεύτερο σκοτάδι, πιο συλλογικό. Μια παράταξη, όπως κι ένας άνθρωπος, έχει ή δεν έχει αντοχή στη διαφωνία. Όταν μια ηγεσία δεν μπορεί να ακούσει μια αντίρρηση χωρίς να τη βιώσει ως προδοσία, η αντίρρηση δεν εξαφανίζεται. Απλώς κρύβεται, σαν ρωγμή πίσω από φρεσκοβαμμένο τοίχο. Και οι ρωγμές, όσο κι αν τις κρύβεις, κάποια στιγμή σκάνε προς τα έξω, με τρόπο πάντα πιο βίαιο απ' όσο θα ήταν αν είχαν ειπωθεί εγκαίρως.
Οι διαδοχικές αναταράξεις που έχει ζήσει η ελληνική πολιτική σκηνή τα τελευταία χρόνια δεν είναι, νομίζω, μόνο ιστορία προσωπικών φιλοδοξιών. Είναι, πολύ περισσότερο, ιστορία ανθρώπων που δεν έμαθαν ποτέ να μένουν στο ίδιο δωμάτιο με κάποιον που διαφωνεί μαζί τους.
Ο πολίτης που περιμένει έξω από την πόρτα
Κι όμως, όσο μιλάμε για το εγώ των πολιτικών, ξεχνάμε συχνά το πιο σημαντικό πρόσωπο σε αυτή την ιστορία: τον άνθρωπο που περίμενε στην ουρά, μέσα σε μια αίθουσα σχολείου, με τη μυρωδιά της κιμωλίας ακόμα στον αέρα, για να βάλει έναν σταυρό δίπλα σε ένα όνομα που εμπιστεύτηκε. Αυτός ο άνθρωπος δεν ψήφισε μια στρατηγική επιβίωσης. Ψήφισε μια υπόσχεση.
Και σήμερα βλέπει, σχεδόν με αμηχανία, εκείνο το όνομα να μετακομίζει αλλού, χωρίς να τον ρωτήσει κανείς, χωρίς καν μια εξήγηση που να αγγίζει κάτι παραπάνω από την τακτική.
Οι αριθμοί εδώ δεν χρειάζονται πολλά σχόλια, γιατί πονάνε από μόνοι τους. Σε πρόσφατη πανελλαδική δημοσκόπηση, μόλις οκτώ στους εκατό πολίτες δηλώνουν ότι εμπιστεύονται τα κόμματα, και μόλις δεκαεπτά τη Βουλή. Στατιστική αποτυχία; Είναι ένα σπασμένο ρολόι πάνω σε τοίχο… κανείς πια δεν κοιτάζει την ώρα σε αυτό.
Κι αυτό που νιώθει ο πολίτης ξεπερνά τα όρια της απογοήτευσης. Είναι κάτι πιο κοντά στο πένθος: το πένθος για μια σχέση εμπιστοσύνης που νόμιζε πως είχε, και ανακαλύπτει πως ήταν μονόπλευρη.
Όταν αυτός ο πόνος γίνεται πολύς, ο άνθρωπος κάνει ό,τι κάνει κάθε πληγωμένος άνθρωπος: αποτραβιέται, ή θυμώνει, ή στρέφεται σε όποιον μιλάει πιο δυνατά και πιο απλά, έστω κι αν αυτό που λέει δεν αντέχει σε καμία εξέταση. Δεν είναι τυχαίο που, στην ίδια εποχή που η εμπιστοσύνη καταρρέει, βλέπουμε ολοένα και περισσότερους πολίτες να ονειρεύονται φωνές που δεν υπάρχουν ακόμα, κόμματα που δεν έχουν καν ιδρυθεί. Η εμπιστοσύνη δεν εξαφανίζεται ποτέ οριστικά! Απλώς μετακομίζει εκεί όπου δεν έχει προλάβει ακόμα να
απογοητευτεί.
Δεν έχω, ειλικρινά, το δικαίωμα να μπω στο μυαλό κάθε ανθρώπου που αποφάσισε να αλλάξει έδρανο, ούτε να ξέρω τι πραγματικά τον οδήγησε εκεί. Γράφω γιατί κάτι μέσα μου, κάθε φορά που ακούω για μια ακόμα παραίτηση, μια ακόμα μεταγραφή, νιώθει το ίδιο μικρό τσίμπημα που ένιωθα παιδί όταν έβλεπα μια υπόσχεση να μην τηρείται. Ίσως τελικά το ζήτημα να μην είναι αν κάποιος έχει δίκιο να φεύγει.
Το ζήτημα είναι αν έχει το θάρρος να πει, ξεκάθαρα και χωρίς ωραιοποιήσεις, γιατί έφυγε και αν εμείς, ως πολίτες, έχουμε ακόμα τη δύναμη να ζητήσουμε αυτή την ειλικρίνεια, αντί να τη σβήνουμεσιωπηλά μαζί με κάθε άλλη απογοήτευση.
Όσο δεν τη ζητάμε, οι καρέκλες θα συνεχίσουν να αλλάζουν ιδιοκτήτη. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να διπλώνουμε το ψηφοδέλτιό μας, ελπίζοντας, κάθε φορά, πως αυτή τη φορά θα κρατήσει.



Comments